ΜΕΡΟΣ 2 — «ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΣΟΥ!» — Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΟΤΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΤΑΝ ΙΣΩΣ ΤΗΣ ΕΛΕΓΕ ΨΕΜΑΤΑ ΤΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΧΡΟΝΙΑ!
—Πηνελόπη, ξέρω τι είδες στο τηλέφωνό σου.
Τα λόγια του Λάρκιν ακούστηκαν τόσο χαμηλόφωνα, που για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν τα είχα φανταστεί.
Όμως όχι.
Στεκόταν ακριβώς μπροστά μου, με το βλέμμα καρφωμένο στο πρόσωπό μου και το ένα χέρι χωμένο στην τσέπη του παντελονιού του. Δεν έμοιαζε θυμωμένος. Δεν έμοιαζε καν έκπληκτος.
Και αυτό ήταν που με τρόμαζε περισσότερο.
—Τι εννοείς; —ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου.
Ο Λάρκιν έριξε μια γρήγορη ματιά προς τον Τόμας και τον Βίνσεντ Μορέτι. Ύστερα πλησίασε ακόμη περισσότερο.
—Μη μου λες ψέματα. Είδα το πρόσωπό σου όταν κοίταξες την οθόνη. Κάτι συνέβη. Κάποιος επικοινώνησε μαζί σου.
Έσφιξα το τηλέφωνό μου μέσα στην παλάμη μου.
Το μήνυμα του πατέρα μου έκαιγε ακόμη στο μυαλό μου.
«Μην εμπιστεύεσαι κανέναν. Ειδικά όχι τον Λάρκιν Στιβς.»
Πώς μπορούσα να σταθώ μπροστά σε αυτόν τον άντρα και να προσποιηθώ ότι όλα ήταν φυσιολογικά;
Για τρία χρόνια εργαζόμουν δίπλα του. Γνώριζα τις συνήθειές του, τις επαγγελματικές του συμφωνίες, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσε όταν κάτι δεν πήγαινε σύμφωνα με τα σχέδιά του.
Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι, πίσω από την ψυχρή συμπεριφορά του, υπήρχε ένας άνθρωπος που μπορούσε να νοιαστεί για κάποιον πέρα από τον εαυτό του.
Τώρα, όμως, μια μόνο πρόταση του πατέρα μου είχε γκρεμίσει όσα πίστευα.
—Ήταν ένα προσωπικό μήνυμα —απάντησα τελικά.
Ο Λάρκιν με κοίταξε επίμονα.
—Από ποιον;
—Δεν νομίζω ότι σε αφορά.
Η έκφρασή του άλλαξε ανεπαίσθητα.
Για πρώτη φορά, είδα την αυτοπεποίθησή του να υποχωρεί. Έστω και για ένα δευτερόλεπτο.
—Μετά από όλα όσα συνέβησαν απόψε, πιστεύεις πραγματικά ότι δεν με αφορά;
—Αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω, Λάρκιν. Τι από όλα όσα συνέβησαν απόψε με αφορά πραγματικά και τι μου έκρυβες τόσο καιρό;
Δεν απάντησε αμέσως.
Η σιωπή του ήταν πιο αποκαλυπτική από οποιαδήποτε δικαιολογία.
Πριν προλάβω να τον πιέσω περισσότερο, ο Βίνσεντ Μορέτι εμφανίστηκε δίπλα μας.
—Νομίζω ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει κάπου πιο ιδιωτικά.
Ο Λάρκιν γύρισε απότομα προς το μέρος του.
—Δεν χρειάζομαι τις συμβουλές σου, Βίνσεντ.
—Δεν σου προσφέρω συμβουλές. Σου υπενθυμίζω ότι υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι εδώ μέσα που περιμένουν να δουν ποιος θα χάσει πρώτος την ψυχραιμία του.
Ο Βίνσεντ χαμογέλασε αμυδρά.
—Και, απ' ό,τι βλέπω, δεν είσαι εσύ αυτός που έχει τον έλεγχο.
Ο Τόμας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε ανάμεσα στους δύο φρουρούς, άρχισε να γελά νευρικά.
—Αυτό είναι γελοίο! Μια γυναίκα εμφανίζεται ξαφνικά σε μια δεξίωση, μας κατηγορεί για σαράντα εκατομμύρια δολάρια και όλοι συμπεριφέρονται σαν να έχει ήδη αποδειχθεί η ενοχή μου!
—Αν είσαι αθώος, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς —είπα.
Ο Τόμας με κοίταξε με μίσος.
—Δεν έχεις ιδέα με ποιους ανθρώπους τα βάζεις.
—Αυτό ακριβώς έλεγε και κάποιος άλλος πριν από πέντε χρόνια.
Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
Για μια στιγμή, νόμιζα πως θα μου επιτιθόταν. Αντί γι' αυτό, γύρισε προς τον Λάρκιν.
—Πρέπει να τη σταματήσεις. Ήταν υπάλληλός σου. Εσύ είσαι υπεύθυνος γι' αυτήν!
—Δεν είμαι υπεύθυνος για όσα αποφασίζει να αποκαλύψει —απάντησε ο Λάρκιν.
Η απάντησή του με ξάφνιασε.
Ήταν η πρώτη φορά εκείνο το βράδυ που δεν προσπάθησε να με ελέγξει ή να μου ζητήσει εξηγήσεις.
Αλλά δεν ήξερα αν αυτό σήμαινε ότι ήταν με το μέρος μου ή αν απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να προστατεύσει τον εαυτό του.
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου.
23:17.
Είχα δεκατρία λεπτά.
Στις 23:30 έπρεπε να βρίσκομαι στη διεύθυνση που μου είχε στείλει ο άγνωστος. Αν το μήνυμα ήταν πραγματικά από τον πατέρα μου, ίσως να ήταν η μοναδική ευκαιρία που θα είχα για να τον δω ξανά.
Αν, όμως, επρόκειτο για παγίδα, θα μπορούσα να πέσω κατευθείαν στα χέρια εκείνων που τον είχαν εξαφανίσει.
Έπρεπε να φύγω.
Και έπρεπε να το κάνω χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Περπάτησα προς το τραπέζι όπου είχα αφήσει την τσάντα μου. Προσπάθησα να κινηθώ φυσιολογικά, σαν να χρειαζόμουν απλώς λίγα λεπτά μακριά από τη φασαρία της δεξίωσης.
Πίσω μου, άκουσα τον Λάρκιν να μιλάει με τον Βίνσεντ.
—Πρέπει να μου πεις τι ξέρεις —είπε ο Λάρκιν.
—Όχι εδώ.
—Πέντε χρόνια περιμένω να μάθω τι συνέβη στον Άρθουρ.
Πάγωσα.
Ο Άρθουρ.
Ο πατέρας μου.
Δεν γύρισα αμέσως. Προσποιήθηκα ότι έψαχνα κάτι μέσα στην τσάντα μου, ενώ προσπαθούσα να ακούσω κάθε λέξη.
Ο Βίνσεντ απάντησε τόσο χαμηλόφωνα, που δυσκολεύτηκα να τον ακούσω.
—Δεν περιμένεις να μάθεις τι συνέβη. Περιμένεις να βεβαιωθείς ότι δεν θα αποκαλυφθεί αυτό που έκανες.
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
Ο Λάρκιν δεν απάντησε.
Αυτό ήταν αρκετό για να με κάνει να χάσω την ψυχραιμία μου.
Γύρισα ελάχιστα το κεφάλι μου, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Βίνσεντ με είδε.
Τα μάτια μας συναντήθηκαν.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο σήκωσε αργά το ποτήρι του, σαν να μου υπενθύμιζε ότι γνώριζε πως άκουγα.
Ύστερα έστρεψε ξανά την προσοχή του στον Λάρκιν.
Πήρα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς τον διάδρομο που οδηγούσε στις τουαλέτες και στις βοηθητικές εξόδους.
Κάθε βήμα μού φαινόταν δυσκολότερο από το προηγούμενο.
Όταν έφτασα σε μια γωνία όπου δεν μπορούσαν να με δουν οι καλεσμένοι, έβγαλα το τηλέφωνό μου και ξανακοίταξα τη φωτογραφία του πατέρα μου.
Τα γκρίζα μαλλιά του. Το γνώριμο σχήμα του προσώπου του. Το δαχτυλίδι που φορούσε στο δεξί του χέρι.
Το δαχτυλίδι που του είχα χαρίσει στα γενέθλιά του, όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών.
Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος θα είχε κατασκευάσει μια τόσο πειστική φωτογραφία μόνο και μόνο για να με παγιδεύσει.
Αλλά δεν μπορούσα ούτε να πιστέψω ότι ο πατέρας μου είχε ζήσει πέντε χρόνια χωρίς να επικοινωνήσει μαζί μου.
Τα δάχτυλά μου έτρεμαν καθώς πληκτρολογούσα μια απάντηση.
«Μπαμπά, είσαι πραγματικά εσύ; Πες μου κάτι που μόνο εμείς οι δύο γνωρίζουμε.»
Περίμενα.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα.
Ύστερα εμφανίστηκε η ένδειξη ότι κάποιος πληκτρολογούσε.
Το μήνυμα ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Τη νύχτα που εξαφανίστηκα, σου είπα να μην ανοίξεις το μπλε κουτί στο πατάρι. Μέσα είχα κρύψει το πρώτο αντίγραφο των λογαριασμών. Όταν επέστρεψες από το σχολείο, το κουτί είχε εξαφανιστεί.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
Ήταν αλήθεια.
Κανείς άλλος δεν γνώριζε για εκείνο το κουτί. Ούτε η αστυνομία, ούτε οι φίλοι του πατέρα μου, ούτε ο Λάρκιν.
Μόνο εγώ και ο Άρθουρ.
Έγραψα γρήγορα:
«Πού είσαι;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως.
«Στη διεύθυνση που σου έστειλα. Έλα μόνη σου. Αν σε ακολουθήσουν, θα φύγω και δεν θα με ξαναδείς ποτέ.»
Κοίταξα ξανά το ρολόι.
23:21.
Εννέα λεπτά.
Έβαλα το τηλέφωνο στην τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την έξοδο του κτιρίου.
Δεν είχα φτάσει ούτε μέχρι την πόρτα όταν μια γυναικεία φωνή με σταμάτησε.
—Δεσποινίς Γουντς;
Γύρισα.
Μια γυναίκα με σκούρο μπλε φόρεμα και κοντά καστανά μαλλιά στεκόταν δίπλα σε ένα βοηθητικό τραπέζι. Δεν την είχα προσέξει νωρίτερα.
Κρατούσε έναν λευκό φάκελο.
—Ο κύριος Στιβς μού ζήτησε να σας δώσω αυτό.
Δεν πήρα τον φάκελο.
—Γιατί δεν μου τον δίνει ο ίδιος;
Η γυναίκα δίστασε.
—Επειδή, όπως είπε, δεν πρέπει να σας δει κανείς να τον παίρνετε από εκείνον.
Ένιωσα ένα ρίγος να διατρέχει την πλάτη μου.
—Ποια είστε;
—Μία από τις υπεύθυνες της διοργάνωσης.
—Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου.
Η γυναίκα κοίταξε προς τον διάδρομο πίσω μου.
—Δεν έχουμε πολύ χρόνο.
Τελικά, πήρα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε μία φωτοτυπία τραπεζικής συναλλαγής και ένα χειρόγραφο σημείωμα.
Στη φωτοτυπία αναγραφόταν το ποσό των δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Η μεταφορά είχε πραγματοποιηθεί πέντε χρόνια νωρίτερα, λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνιση του πατέρα μου.
Ως δικαιούχος εμφανιζόταν μια εταιρεία που δεν είχα ξαναδεί.
Αλλά αυτό που με έκανε να παγώσω ήταν το όνομα του εντολέα.
Λάρκιν Στιβς.
Κοίταξα ξανά το χαρτί, ελπίζοντας ότι είχα διαβάσει λάθος.
Δεν είχα.
Στο σημείωμα υπήρχε μία πρόταση:
«Ρώτησέ τον γιατί πλήρωσε δύο εκατομμύρια δολάρια την εβδομάδα πριν εξαφανιστεί ο πατέρας σου.»
—Ποιος σας έδωσε αυτόν τον φάκελο; —ρώτησα.
Η γυναίκα δεν απάντησε.
—Σας ρώτησα κάτι!
—Δεν μπορώ να σας πω.
Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.
—Και κάτι ακόμη, δεσποινίς Γουντς. Μην πάτε στη διεύθυνση που σας έστειλαν.
Πάγωσα.
—Πώς γνωρίζετε για τη διεύθυνση;
Η γυναίκα έριξε μια τελευταία ματιά προς τον διάδρομο.
—Επειδή κάποιος περιμένει να σας δει εκεί. Αλλά δεν είμαι βέβαιη ότι είναι ο πατέρας σας.
Πριν προλάβω να τη σταματήσω, απομακρύνθηκε και χάθηκε ανάμεσα στους καλεσμένους.
Έμεινα ακίνητη, κρατώντας τον φάκελο.
Τώρα είχα δύο διαφορετικά μηνύματα.
Ο πατέρας μου με καλούσε να πάω να τον βρω.
Κάποιος άλλος με προειδοποιούσε ότι επρόκειτο για παγίδα.
Και η τραπεζική συναλλαγή έδειχνε ότι ο Λάρκιν είχε στείλει δύο εκατομμύρια δολάρια σε μια άγνωστη εταιρεία λίγο πριν εξαφανιστεί ο Άρθουρ.
Δεν μπορούσα πλέον να αγνοήσω τα στοιχεία.
Αλλά δεν μπορούσα να ξέρω αν η γυναίκα προσπαθούσε να με προστατεύσει ή να με οδηγήσει σε μια διαφορετική παγίδα.
—Τώρα καταλαβαίνεις γιατί δεν ήθελα να φύγεις χωρίς να μιλήσουμε;
Η φωνή του Λάρκιν ακούστηκε πίσω μου.
Γύρισα απότομα.
Στεκόταν λίγα βήματα μακριά, με τα χέρια χαλαρά στο πλάι. Δεν φαινόταν να βιάζεται. Δεν έμοιαζε καν να ανησυχεί για το γεγονός ότι κρατούσα έναν φάκελο που δεν γνώριζε αν είχα διαβάσει.
—Με παρακολουθείς; —ρώτησα.
—Προσπαθώ να σε προστατεύσω.
Γέλασα πικρά.
—Από ποιον; Από τον άνθρωπο που μου έστειλε φωτογραφία του πατέρα μου ή από εσένα;
Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
—Ο Άρθουρ είναι ζωντανός;
Η ερώτησή του με αιφνιδίασε.
Για μια στιγμή, δεν ήξερα τι να πω.
Αν του έλεγα την αλήθεια, ίσως να προσπαθούσε να με εμποδίσει να τον συναντήσω. Αν έλεγα ψέματα, ίσως να καταλάβαινε ότι έκρυβα κάτι σημαντικό.
—Γιατί με ρωτάς; —αντέτεινα.
Ο Λάρκιν πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.
Για πρώτη φορά, έδειχνε πραγματικά εξαντλημένος.
—Επειδή, αν ο πατέρας σου είναι ζωντανός, τότε όλα όσα προσπαθούσα να κρατήσω κρυφά αυτά τα πέντε χρόνια μπορεί να καταρρεύσουν μέσα σε μία νύχτα.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
—Τι προσπάθησες να κρατήσεις κρυφό;
Με κοίταξε στα μάτια.
—Την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα.
—Ποια αλήθεια;
Ο Λάρκιν άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν πρόλαβε να απαντήσει.
Από την αίθουσα ακούστηκε μια δυνατή φωνή.
—Κύριε Στιβς! Έχουμε πρόβλημα!
Ένας άντρας με ακουστικό στο αυτί έτρεξε προς το μέρος μας.
—Ο Τόμας εξαφανίστηκε.
Ο Λάρκιν γύρισε αμέσως.
—Τι εννοείς εξαφανίστηκε; Οι άντρες του Μορέτι δεν ήταν μαζί του;
—Ήταν. Αλλά πριν από δύο λεπτά έσβησαν τα φώτα στον ανατολικό διάδρομο. Όταν άναψαν ξανά, ο Τόμας είχε φύγει.
Ο Λάρκιν έβρισε χαμηλόφωνα.
—Κλείστε όλες τις εξόδους. Κανείς δεν φεύγει μέχρι να τον βρούμε.
Ο άντρας απομακρύνθηκε τρέχοντας.
Εγώ, όμως, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι κάτι άλλο.
Ο Τόμας είχε εξαφανιστεί.
Όπως ο πατέρας μου πέντε χρόνια νωρίτερα.
Και τώρα ο Λάρκιν έλεγε ότι γνώριζε την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα.
—Θα μου πεις επιτέλους τι συνέβη; —τον ρώτησα.
Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.
—Δεν μπορώ να σου τα εξηγήσω όλα εδώ.
—Τότε πες μου ένα πράγμα. Έστειλες δύο εκατομμύρια δολάρια σε μια εταιρεία λίγες ημέρες πριν εξαφανιστεί ο πατέρας μου;
Η έκφρασή του άλλαξε.
Δεν προσπάθησε να γελάσει. Δεν αρνήθηκε αμέσως. Δεν με κατηγόρησε ότι πίστευα ψέματα.
Απλώς έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή.
Και όταν τα άνοιξε, είδα μέσα τους κάτι που δεν είχα ξαναδεί.
Ενοχή.
—Ναι —είπε τελικά.
Ένιωσα σαν να είχε ανοίξει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
—Γιατί;
—Επειδή ο πατέρας σου μού ζήτησε να το κάνω.
Έμεινα ακίνητη.
—Τι;
—Ο Άρθουρ επικοινώνησε μαζί μου. Μου είπε ότι κινδύνευε και ότι χρειαζόταν χρήματα για να μεταφέρει ορισμένα έγγραφα σε ασφαλές μέρος. Δεν μου εξήγησε τα πάντα. Εγώ έστειλα τα χρήματα στην εταιρεία που μου υπέδειξε.
—Και μετά εξαφανίστηκε;
Ο Λάρκιν έγνεψε.
—Δύο ημέρες αργότερα προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του. Το τηλέφωνό του ήταν κλειστό. Πήγα στο σπίτι του, αλλά δεν τον βρήκα. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν ένα σημείωμα.
—Τι έγραφε;
Ο Λάρκιν με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω.
—Έγραφε ότι, αν ήθελα να μείνεις ασφαλής, έπρεπε να μην αναφέρω ποτέ το όνομά του μπροστά σου.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
—Και με άφησες να πιστεύω ότι είχε πεθάνει;
—Δεν ήξερα αν ήταν ζωντανός!
—Θα μπορούσες να μου είχες πει ότι επικοινώνησε μαζί σου!
—Και να έβαζα σε κίνδυνο τη ζωή σου; Δεν ήξερα ποιος παρακολουθούσε τις επικοινωνίες μας. Δεν ήξερα αν οι άνθρωποι που τον κυνηγούσαν γνώριζαν ήδη ποια ήσουν.
Τον κοίταξα, προσπαθώντας να καταλάβω αν έλεγε την αλήθεια.
—Τότε γιατί δεν μου είπες τίποτα όλα αυτά τα χρόνια;
—Επειδή έλαβα ένα δεύτερο μήνυμα.
—Από ποιον;
Ο Λάρκιν δίστασε.
—Από τον άνθρωπο που είχε στείλει τα χρήματα πίσω στον λογαριασμό μου.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
—Ποιος ήταν;
Ο Λάρκιν έσκυψε προς το μέρος μου.
—Ο Τόμας.
Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν άκουγα τίποτα.
Ο ξάδερφός του. Ο άνθρωπος που μόλις είχα κατηγορήσει για την υπεξαίρεση των σαράντα εκατομμυρίων. Ο άνθρωπος που είχε προσπαθήσει να με γελοιοποιήσει μπροστά σε όλους.
Εκείνος είχε επιστρέψει τα χρήματα;
—Δεν καταλαβαίνω —ψιθύρισα.
—Ο Τόμας ισχυρίστηκε ότι ο Άρθουρ είχε εξαπατήσει όλους μας. Μου είπε ότι τα χρήματα συνδέονταν με μια παράνομη συναλλαγή και ότι, αν συνέχιζα να ψάχνω, θα κατέστρεφα την εταιρεία μου. Μου έδωσε έγγραφα που έμοιαζαν αυθεντικά.
—Και τον πίστεψες;
Ο Λάρκιν χαμήλωσε το βλέμμα.
—Για κάποιο διάστημα, ναι.
—Για κάποιο διάστημα;
—Μέχρι που άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ασυμφωνίες στους λογαριασμούς. Τότε κατάλαβα ότι κάποιος είχε χρησιμοποιήσει την εταιρεία μου για να μεταφέρει χρήματα. Αλλά δεν ήξερα πόσα ή πού κατέληγαν.
—Σαράντα εκατομμύρια —είπα ψυχρά.
Ο Λάρκιν έγνεψε.
—Και τώρα ξέρω ότι ο Τόμας βρίσκεται στο κέντρο όλης αυτής της ιστορίας.
Για πρώτη φορά, άρχισα να αναρωτιέμαι αν ο Λάρκιν ήταν πραγματικά ο άνθρωπος που έπρεπε να φοβάμαι.
Ίσως να είχε κάνει λάθη. Ίσως να είχε αποκρύψει την αλήθεια. Αλλά ίσως να μην ήταν ο εγκέφαλος πίσω από την εξαφάνιση του πατέρα μου.
Ίσως να ήταν απλώς ένας ακόμη άνθρωπος που είχε χειραγωγηθεί.
Δεν είχα, όμως, αρκετά στοιχεία για να τον εμπιστευτώ.
—Αν μου λες την αλήθεια, θέλω να με βοηθήσεις να βρω τον πατέρα μου.
—Θα κάνω ό,τι χρειαστεί.
—Όχι. Δεν θα κάνεις ό,τι χρειαστεί. Θα κάνεις ακριβώς αυτό που θα σου ζητήσω, χωρίς να μου κρύψεις τίποτα άλλο.
Ο Λάρκιν έγνεψε αργά.
—Σύμφωνοι.
Κοίταξα ξανά το ρολόι.
23:27.
Τρία λεπτά.
Έπρεπε να αποφασίσω.
Να ακολουθήσω τη διεύθυνση που μου είχε στείλει ο πατέρας μου ή να μείνω με τον Λάρκιν και να προσπαθήσω να βρω μια ασφαλέστερη λύση;
Τότε το τηλέφωνό μου δονήθηκε.
Ένα νέο μήνυμα.
«Πηνελόπη, ο χρόνος τελειώνει. Είμαι εδώ. Αν δεν έρθεις τώρα, θα φύγω.»
Αμέσως μετά, ήρθε ένα δεύτερο μήνυμα.
Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν λέξεις.
Μόνο μια φωτογραφία.
Έδειχνε έναν άντρα δεμένο σε μια καρέκλα, μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο μώλωπες.
Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει περισσότερο από ό,τι στη φωτογραφία που είχα δει νωρίτερα.
Αλλά ήταν εκείνος.
Ο πατέρας μου.
Στο κάτω μέρος της εικόνας υπήρχε μια χειρόγραφη φράση:
«Αν θέλεις να τον σώσεις, έλα μόνη σου. Ο Λάρκιν δεν πρέπει να μάθει πού βρίσκεται.»
Σήκωσα αργά το κεφάλι.
Ο Λάρκιν με κοιτούσε.
—Τι συνέβη; —ρώτησε.
Δεν απάντησα.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάποιος γνώριζε κάθε μου κίνηση.
Κάποιος ήξερε ότι είχα μιλήσει με τον Λάρκιν.
Κάποιος ήξερε ότι είχα λάβει τον φάκελο.
Και κάποιος είχε στα χέρια του τον πατέρα μου.
Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερα αν η φωτογραφία ήταν πρόσφατη ή αν κάποιος προσπαθούσε να με αναγκάσει να κάνω ακριβώς αυτό που ήθελε.
Ο Λάρκιν άπλωσε το χέρι του προς το τηλέφωνό μου.
—Άφησέ με να δω.
Τράβηξα το χέρι μου πίσω.
—Όχι.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
—Πηνελόπη, αν κάποιος απειλεί τον πατέρα σου, πρέπει να ξέρω τι συμβαίνει.
—Και αν εσύ είσαι ο λόγος που κινδυνεύει;
Δεν απάντησε.
Τότε, από το βάθος του διαδρόμου, ακούστηκε μια φωνή.
—Πηνελόπη!
Ήταν ο Βίνσεντ Μορέτι.
Περπατούσε προς το μέρος μας κρατώντας έναν μικρό φάκελο.
Το βλέμμα του έπεσε στο τηλέφωνό μου και μετά στο πρόσωπό μου.
—Σου έστειλαν φωτογραφία του Άρθουρ, έτσι δεν είναι;
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
—Πώς το ξέρεις;
Ο Βίνσεντ δεν απάντησε αμέσως. Αντί γι' αυτό, έδωσε τον φάκελο στον Λάρκιν.
—Επειδή μόλις έλαβα αυτό.
Ο Λάρκιν άνοιξε τον φάκελο και τράβηξε ένα χαρτί.
Διάβασε τις πρώτες γραμμές.
Ύστερα το πρόσωπό του έχασε κάθε χρώμα.
—Όχι… —ψιθύρισε.
Του άρπαξα το χαρτί από τα χέρια.
Στην κορυφή υπήρχε μια ημερομηνία: η ημερομηνία της εξαφάνισης του πατέρα μου, πέντε χρόνια νωρίτερα.
Από κάτω υπήρχαν τρεις υπογραφές.
Η πρώτη ανήκε στον Τόμας.
Η δεύτερη στον Βίνσεντ Μορέτι.
Και η τρίτη…
Ήταν του ίδιου του Λάρκιν Στιβς.
Ακριβώς από κάτω, κάποιος είχε γράψει με κόκκινο μελάνι:
«Οι τρεις άντρες που γνώριζαν τι συνέβη στον Άρθουρ Γουντς.»
Σήκωσα αργά το βλέμμα μου προς τον Λάρκιν.
Εκείνος δεν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Δεν είπε ότι το έγγραφο ήταν πλαστό.
Δεν αρνήθηκε την υπογραφή του.
Απλώς με κοίταξε και ψιθύρισε:
—Υπάρχει κάτι που δεν σου έχω πει ακόμη, Πηνελόπη. Κάτι που αλλάζει τα πάντα.
—Τι;
Ο Λάρκιν πήρε μια βαθιά ανάσα.
—Τη νύχτα που εξαφανίστηκε ο πατέρας σου, δεν ήταν μόνος.
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά βίαια.
—Με ποιον ήταν;
Ο Λάρκιν κοίταξε τον Βίνσεντ.
Ο Βίνσεντ κοίταξε εμένα.
Και τότε ο Λάρκιν είπε το όνομα που δεν περίμενα ποτέ να ακούσω.
—Με τον πατέρα μου.
Πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε άλλο, το τηλέφωνό μου δονήθηκε για τελευταία φορά.
Ένα νέο μήνυμα εμφανίστηκε στην οθόνη.
«Πηνελόπη, αν θέλεις να μάθεις ποιος πραγματικά πρόδωσε τον πατέρα σου, μην πας στη διεύθυνση που σου έδωσα. Έλα στο παλιό κτίριο της εταιρείας στις 23:45. Θα σου δείξω την αλήθεια.»
Από κάτω υπήρχε μία υπογραφή.
Άρθουρ Γουντς.
Κοίταξα το ρολόι.
23:29.
Δεκαέξι λεπτά μέχρι την επόμενη συνάντηση.
Και τώρα είχα δύο διαφορετικές διευθύνσεις, τρεις άντρες με ύποπτες υπογραφές και έναν πατέρα που ίσως προσπαθούσε να με σώσει ή ίσως με οδηγούσε κατευθείαν στην παγίδα.
Το μόνο που ήξερα ήταν ότι η αλήθεια βρισκόταν κάπου ανάμεσά τους.
Και πως, όποιον κι αν επέλεγα να εμπιστευτώ, κάποιος άλλος θα πλήρωνε το τίμημα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment