ΜΕΡΟΣ 4 — «Νόμιζα ότι ο Σάιμον ήταν απλώς ένας άπιστος σύζυγος — μέχρι που ο πατέρας μου αποκάλυψε τι είχε κάνει κρυφά στην οικογενειακή εταιρεία»
Το όνομα του Σάιμον βρισκόταν πάνω σε έναν φάκελο που είχε προετοιμάσει ο πατέρας μου.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησα.
Η Μπρέντα δεν απάντησε.
Μου είπε μόνο:
«Διάβασέ το.»
Μέσα υπήρχαν οικονομικές καταστάσεις.
Υπογραφές.
Συμβόλαια.
Και μια σειρά από μεταφορές χρημάτων.
Ο Σάιμον είχε μεταφέρει χρήματα από μια θυγατρική της οικογενειακής εταιρείας σε λογαριασμούς που ανήκαν σε τρίτους.
«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια.»
«Είναι.»
«Γιατί;»
«Χρέη από την εποχή που προσπάθησε να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση.»
«Ο πατέρας μου το ήξερε;»
«Το ανακάλυψε όταν άρχισε να ερευνά τη Μίστι.»
Ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
Ο Σάιμον δεν με είχε μόνο απατήσει.
Είχε χρησιμοποιήσει το όνομα της οικογένειάς μου.
«Γιατί δεν τον κατήγγειλε;»
Η Μπρέντα πήρε βαθιά ανάσα.
«Επειδή ήσουν ακόμη παντρεμένη μαζί του.»
Αυτό με διέλυσε περισσότερο από όλα.
Ο πατέρας μου με είχε προστατέψει ακόμη και από τις συνέπειες των λαθών του άντρα μου.
Και εκείνος τον είχε προδώσει.
Ο Σάιμον πλησίασε.
«Κασσάνδρα…»
«Μην.»
«Δεν ήξερα ότι θα φτάναμε ως εδώ.»
«Ήξερες για τα χρήματα.»
«Έκανα λάθη.»
«Έκανες επιλογές.»
«Αγάπησα τη Μίστι.»
Τον κοίταξα.
«Όχι. Αγάπησες τον εαυτό σου.»
Η Μίστι φώναξε από την άλλη πλευρά του δωματίου:
«Μην τον πιστεύεις! Όλα ήταν δική μου ιδέα!»
Ο Σάιμον γύρισε.
«Εσύ μου είπες να υπογράψω!»
«Και εσύ υπέγραψες!»
Η Μπρέντα έκλεισε τον φάκελο.
«Αρκετά.»
Οι ερευνητές πήραν και τους δύο σε διαφορετικά δωμάτια.
Ο Τζέσι έμεινε μαζί μου.
«Θέλω να σου πω κάτι», είπε.
«Τι;»
«Ο πατέρας δεν ήθελε ποτέ να σε αφήσει μόνη.»
«Το ξέρω.»
«Όχι. Δεν το ξέρεις όλο.»
Με κοίταξε.
«Είχε αγοράσει κάτι για σένα.»
«Τι;»
«Τη γη δίπλα στο παλιό ανθοπωλείο σου.»
Έμεινα άφωνη.
Ο πατέρας μου ήξερε ότι ήθελα πάντα να ανοίξω έναν μεγάλο κήπο με τριαντάφυλλα.
«Γιατί;»
«Επειδή ήξερε ότι μια μέρα θα χρειαζόσουν ένα μέρος που θα ήταν πραγματικά δικό σου.»
Έκλαψα.
Για πρώτη φορά μετά τον θάνατό του, τα δάκρυα δεν ήταν μόνο από πόνο.
Ήταν από αγάπη.
Εκείνο το απόγευμα επέστρεψα στο σπίτι.
Πέρασα από τον κήπο.
Τα λευκά τριαντάφυλλα ήταν ακόμη εκεί.
Έσκυψα πάνω από το πρώτο.
«Δεν θα τα ξεριζώσει κανείς», ψιθύρισα.
Τότε άκουσα ένα αυτοκίνητο.
Ήταν ο Σάιμον.
Είχε επιστρέψει μόνος.
Στάθηκε στην πύλη.
«Κασσάνδρα.»
Δεν απάντησα.
«Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη.»
«Άργησες δώδεκα χρόνια.»
«Ξέρω.»
«Και τώρα που έχασες την περιουσία, θυμήθηκες ότι υπήρχα;»
«Δεν είναι έτσι.»
«Τότε πώς είναι;»
Δεν μίλησε.
«Πες μου.»
«Η Μίστι δεν με άφηνε να φύγω.»
Γέλασα.
«Είσαι ενήλικος άντρας.»
«Με χειρίστηκε.»
«Και εσύ άφησες τον εαυτό σου να χειραγωγηθεί.»
Χαμήλωσε το κεφάλι.
«Ναι.»
Έκανε να φύγει.
Τότε όμως χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν η Μπρέντα.
«Κασσάνδρα, πρέπει να γυρίσεις αμέσως στο γραφείο.»
«Τι συνέβη;»
«Βρήκαμε ένα τελευταίο έγγραφο.»
«Τι έγγραφο;»
Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος.
«Ο πατέρας σου είχε αλλάξει τη διαθήκη του μία μέρα πριν πεθάνει.»
«Μα είδαμε την τροποποίηση.»
«Όχι αυτή.»
«Τι εννοείς;»
«Αυτό είναι το πραγματικό τελευταίο του μήνυμα.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 التعليقات:
إرسال تعليق