«Το Όνομα Ήταν Κάποιου που Έτρωγε Μαζί Τους στο Τραπέζι» — Η Σοφία Ανακαλύπτει Ποιος Κατέστρεψε τη Ζωή του Νικόλα και Γιατί ο Ανδρέας Κράτησε το Μυστικό Μέχρι τα Γεράματά τους
Το όνομα ήταν γραμμένο καθαρά.
Πέτρος.
Ο μικρότερος αδελφός της μητέρας τους.
Ο θείος του Ανδρέα.
Ο άνθρωπος που η οικογένεια θεωρούσε πάντα ήρεμο και αξιόπιστο.
Η Σοφία τον θυμόταν.
Είχε καθίσει στο τραπέζι του γάμου τους.
Είχε κρατήσει στην αγκαλιά του τα παιδιά τους.
Είχε επισκεφθεί τον Ανδρέα στο νοσοκομείο.
Και τώρα μάθαινε ότι ο Νικόλας τον θεωρούσε υπεύθυνο για την προδοσία.
«Δεν μπορεί», είπε.
Ο Ανδρέας δεν μιλούσε.
«Εσύ το ήξερες;»
«Ναι.»
«Από πότε;»
«Από τότε που πέθανε ο Νικόλας.»
«Και δεν μου είπες τίποτα;»
«Δεν είχα αποδείξεις.»
«Και μετά;»
«Ο Πέτρος πέθανε πολλά χρόνια πριν.»
«Άρα δεν μπορούσες να τον αντιμετωπίσεις.»
«Όχι.»
«Και έτσι κράτησες το μυστικό.»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
«Δεν ήθελα τα παιδιά μας να μάθουν ότι ο άνθρωπος που θεωρούσαν οικογένεια είχε προδώσει τον θείο τους.»
Η Σοφία διάβασε ξανά το γράμμα.
Ο Νικόλας έγραφε ότι ο Πέτρος είχε δώσει πληροφορίες στους ανθρώπους που τον κυνηγούσαν.
Όχι για χρήματα.
Για να προστατεύσει τον εαυτό του.
Ο Νικόλας είχε ανακαλύψει ότι ο Πέτρος συμμετείχε στις κλοπές.
Και είχε απειλήσει ότι θα μιλούσε.
Ο Πέτρος τον πρόδωσε.
Ο Νικόλας δραπέτευσε.
Αλλά δεν επέστρεψε ποτέ.
«Για εβδομήντα οκτώ χρόνια κουβαλούσες αυτό το βάρος;» ρώτησε η Σοφία.
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Γιατί είχα εσένα.»
Η Σοφία τον κοίταξε.
«Αυτό δεν είναι απάντηση.»
«Για μένα ήταν.»
Εκείνη τη νύχτα τα παιδιά τους έμαθαν την αλήθεια.
Όλοι συγκεντρώθηκαν στο σπίτι.
Ο μεγαλύτερος γιος του Ανδρέα δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε.
«Ο θείος Πέτρος;»
«Ναι.»
«Ο άνθρωπος που μας έφερνε δώρα τα Χριστούγεννα;»
«Ναι.»
«Πώς μπορούσε;»
Ο Ανδρέας είπε:
«Οι άνθρωποι μπορούν να κρύψουν πολλά πράγματα.»
Η μικρότερη κόρη του τον αγκάλιασε.
«Μπαμπά, γιατί τα κράτησες όλα μόνος σου;»
«Γιατί κάποιος έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή.»
Και τότε η Σοφία κατάλαβε κάτι.
Ο Ανδρέας δεν είχε κρύψει την αλήθεια επειδή ντρεπόταν.
Την είχε κρύψει επειδή φοβόταν ότι αν την άφηνε να μπει στη ζωή τους, θα έκλεβε από την οικογένεια τις υπόλοιπες χαρές.
Το επόμενο πρωί πήγαν όλοι μαζί στον τάφο του Νικόλα.
Η Σοφία κράτησε ένα λουλούδι.
«Δεν σε γνώρισα ποτέ», είπε.
«Αλλά χάρη σε σένα γνώρισα τον άντρα που αγάπησα όλη μου τη ζωή.»
Ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα της.
Για λίγο δεν μίλησε.
Μετά είπε:
«Άργησα, αδελφέ.»
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό του.
«Αλλά γύρισα.»
Και τότε κάτι απρόσμενο συνέβη.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο πέρα.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα κατέβηκε.
Πλησίασε αργά.
Κρατούσε ένα μικρό φάκελο.
«Είστε η οικογένεια του Ανδρέα;»
«Ναι.»
«Ονομάζομαι Μαρία.»
«Ποια είστε;»
«Η κόρη του Πέτρου.»
Όλοι πάγωσαν.
Η Μαρία τους έδωσε τον φάκελο.
«Ο πατέρας μου μού τον έδωσε πριν πεθάνει.»
«Τι έχει μέσα;»
«Η αλήθεια.»
Ο Ανδρέας δεν ήθελε να τον ανοίξει.
Αλλά η Σοφία το έκανε.
Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία του Νικόλα.
Και ένα γράμμα.
Το γράμμα έλεγε:
«Έκανα κάτι που δεν μπορώ να διορθώσω. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που ο Νικόλας δεν έμαθε ποτέ.»
Η Σοφία διάβασε την επόμενη πρόταση.
Και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
«Ο Νικόλας δεν έφυγε μόνο για να σωθεί. Έφυγε επειδή είχε αποφασίσει να επιστρέψει για τον αδελφό του.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 التعليقات:
إرسال تعليق