ΜΕΡΟΣ 7 — «Ο αδελφός μου τηλεφώνησε μετά από δώδεκα χρόνια… αλλά δεν μου είπε αυτό που περίμενα»
Το τηλέφωνο του Ρόμπερτ συνέχιζε να χτυπά.
Κανείς δεν τολμούσε να κινηθεί.
Στην οθόνη υπήρχε μόνο ένα όνομα.
Μάικλ.
Η Τζοάνα κοίταξε τον Ρόμπερτ.
«Απάντησε.»
Ο Ρόμπερτ δεν κουνήθηκε.
«Απάντησε!»
«Τζοάνα…»
«Είναι ο αδελφός μου!»
Ο Ρόμπερτ κοίταξε τον Λόγκαν.
Ο γιος του έγνεψε.
«Απάντησε, μπαμπά.»
Ο Ρόμπερτ πάτησε το κουμπί.
«Μάικλ;»
Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε βαριά αναπνοή.
Και μετά μια φωνή.
«Είναι εκεί;»
Η Τζοάνα ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν.
Αυτή η φωνή.
Την είχε ακούσει χιλιάδες φορές μέσα στις αναμνήσεις της.
Ήταν η φωνή του αδελφού της.
Του ανθρώπου που είχε θρηνήσει για δώδεκα χρόνια.
«Μάικλ…»
Η λέξη βγήκε από τα χείλη της χωρίς να το καταλάβει.
Στην άλλη άκρη επικράτησε σιωπή.
«Τζοάνα;»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Ναι.»
Ο Μάικλ δεν μιλούσε.
Μόνο ανέπνεε βαριά.
«Είσαι ζωντανός.»
«Ναι.»
«Γιατί;»
Μια μεγάλη σιωπή.
«Δεν μπορούσα να γυρίσω.»
«Γιατί;»
«Γιατί πίστευα ότι θα σας έβαζα όλους σε κίνδυνο.»
«Ποιος;»
Ο Μάικλ δεν απάντησε.
Η Τζοάνα έκλεισε τα μάτια.
«Μη μου κάνεις κι εσύ αυτό.»
«Τι;»
«Μη μου κρύβεις την αλήθεια.»
Η φωνή της έσπασε.
«Δώδεκα χρόνια σε θρήνησα.»
«Το ξέρω.»
«Όχι, δεν το ξέρεις!»
«Το ξέρω, Τζοάνα.»
«Πώς;»
«Γιατί ήμουν εκεί.»
Η Τζοάνα πάγωσε.
«Τι εννοείς;»
«Ήμουν κοντά σας.»
«Όλα αυτά τα χρόνια;»
«Όχι πάντα. Αλλά αρκετές φορές.»
«Με έβλεπες;»
«Ναι.»
Η Τζοάνα έβαλε το χέρι στο στόμα της.
«Με έβλεπες και δεν ήρθες να μου μιλήσεις;»
«Δεν μπορούσα.»
«Γιατί;»
«Γιατί κάποιος παρακολουθούσε την οικογένεια.»
«Ποιος;»
Ο Μάικλ σώπασε.
«Μάικλ!»
«Ο πατέρας μας.»
Η Τζοάνα ένιωσε ένα ρίγος.
«Ο πατέρας μας είναι ζωντανός;»
«Ναι.»
Το δωμάτιο πάγωσε.
Ο Λόγκαν σηκώθηκε από το κρεβάτι, παρά την αδυναμία του.
«Πού είναι;»
«Λόγκαν;»
«Ναι.»
«Δεν έπρεπε να είσαι μαζί της.»
«Πού είναι;»
«Δεν ξέρω ακριβώς.»
Ο Ρόμπερτ πήρε το τηλέφωνο.
«Μάικλ, είμαι ο Ρόμπερτ.»
«Το ξέρω.»
«Πρέπει να μιλήσουμε.»
«Όχι από εκεί.»
Ο Ρόμπερτ συνοφρυώθηκε.
«Γιατί;»
«Γιατί το νοσοκομείο δεν είναι ασφαλές.»
Η Τζοάνα κοίταξε γύρω της.
«Τι εννοείς;»
«Δεν μπορώ να το εξηγήσω από το τηλέφωνο.»
«Τότε έλα εδώ.»
«Δεν μπορώ.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν έρθω, θα ξέρει ότι επέστρεψα.»
«Ποιος;»
«Ο πατέρας μας.»
Η Τζοάνα έσφιξε τον φάκελο στα χέρια της.
«Έχω κάτι που μου άφησες.»
Σιωπή.
«Τον φάκελο.»
Ο Μάικλ πήρε βαθιά ανάσα.
«Τον έχεις;»
«Ναι.»
«Μην τον ανοίξεις.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον φάκελο.
«Γιατί;»
«Γιατί μέσα υπάρχει κάτι που μπορεί να αλλάξει όσα πιστεύεις για την οικογένειά μας.»
«Περισσότερο;»
«Πολύ περισσότερο.»
«Τότε πρέπει να τον ανοίξω.»
«Τζοάνα, άκουσέ με.»
«Όχι. Αυτή τη φορά θα ακούσεις εσύ εμένα.»
Η φωνή της έτρεμε.
«Για δώδεκα χρόνια όλοι αποφάσιζαν τι έπρεπε να ξέρω.»
«Τζοάνα…»
«Ο Λόγκαν αποφάσισε να φύγει χωρίς να μου πει ότι ήταν άρρωστος.»
Ο Λόγκαν κατέβασε το βλέμμα.
«Εσύ αποφάσισες να μείνεις μακριά.»
Ο Μάικλ δεν απάντησε.
«Και ο πατέρας μας αποφάσισε να με κάνει να πιστεύω ότι είσαι νεκρός.»
«Έχεις δίκιο.»
Η απάντηση την αιφνιδίασε.
«Τότε πες μου την αλήθεια.»
Ο Μάικλ σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα.
«Ο πατέρας μας δεν ήθελε να φύγω από την οικογένεια.»
«Τι ήθελε;»
«Ήθελε να κάνω κάτι για εκείνον.»
«Τι;»
«Να υπογράψω κάποια έγγραφα.»
Ο Ρόμπερτ πλησίασε.
«Τι έγγραφα;»
«Έγγραφα που αφορούσαν περιουσίες και λογαριασμούς που δεν ανήκαν νόμιμα σε εκείνον.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον Ρόμπερτ.
«Και αρνήθηκες.»
«Ναι.»
«Και μετά σκηνοθέτησε τον θάνατό σου;»
«Ναι.»
Η Τζοάνα ένιωσε τα δάκρυά της να κυλούν.
«Γιατί δεν γύρισες όταν πέθανε η μητέρα μας;»
Ο Μάικλ σώπασε.
«Μάικλ…»
«Δεν ήταν νεκρός.»
Η Τζοάνα πάγωσε.
«Τι;»
«Η μητέρα μας δεν πέθανε από φυσικά αίτια.»
Ο Ρόμπερτ έκλεισε τα μάτια.
«Μάικλ, σταμάτα.»
«Πρέπει να το ξέρει.»
«Δεν έχουμε αποδείξεις.»
«Έχω.»
Η Τζοάνα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Τι αποδείξεις;»
«Ένα βίντεο.»
«Πού είναι;»
«Σε ασφαλές μέρος.»
«Ποιος το έχει;»
«Εγώ.»
«Τότε φέρ' το.»
«Δεν μπορώ να έρθω.»
«Τότε πες μου πού να έρθω εγώ.»
«Όχι.»
«Γιατί;»
«Γιατί έχεις μόλις γεννήσει.»
Η Τζοάνα κοίταξε το μωρό.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μείνω άπραγη.»
«Τζοάνα, σε παρακαλώ.»
«Όχι.»
Για πρώτη φορά μετά από δώδεκα χρόνια, ένιωθε ότι είχε ξαναβρεί τον αδελφό της.
Δεν θα τον έχανε ξανά.
«Θέλω να σε δω.»
Ο Μάικλ έμεινε σιωπηλός.
«Μόνο για πέντε λεπτά.»
«Δεν είναι ασφαλές.»
«Δεν με νοιάζει.»
«Εμένα με νοιάζει.»
«Τότε έλα να με βρεις.»
«Δεν μπορώ.»
«Γιατί;»
«Γιατί κάποιος είναι ήδη εκεί.»
Η Τζοάνα πάγωσε.
«Ποιος;»
«Κάποιος που δεν έπρεπε να ξέρει ότι μιλάμε.»
Ο Ρόμπερτ κοίταξε προς την πόρτα.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας μικρός ήχος από τον διάδρομο.
Βήματα.
Αργά.
Σταθερά.
Κάποιος σταμάτησε έξω από το δωμάτιο.
Ο Ρόμπερτ έκανε νόημα σε όλους να σωπάσουν.
Η Τζοάνα κράτησε το μωρό πιο κοντά.
Τα βήματα σταμάτησαν.
Και μετά ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Μία φορά.
Ο Λόγκαν κοίταξε τον Ντέιβιντ.
Ο Ντέιβιντ πλησίασε αθόρυβα.
«Μην ανοίξεις», ψιθύρισε.
Η Τζοάνα κοίταξε τον Ρόμπερτ.
Εκείνος είχε γίνει χλωμός.
«Ποιος είναι;» ρώτησε.
Καμία απάντηση.
Το τηλέφωνο του Ρόμπερτ ήταν ακόμη ανοιχτό.
Και από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε η φωνή του Μάικλ:
«Μην ανοίξετε την πόρτα.»
Ο Λόγκαν ψιθύρισε:
«Γιατί;»
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Γιατί αυτός που βρίσκεται έξω…»
Μια παύση.
«…είναι ο πατέρας μας.»
Η Τζοάνα ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό της.
Και τότε η πόρτα άρχισε να ανοίγει αργά.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 8…

0 التعليقات:
إرسال تعليق